Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apathetic
01
απαθής, αδιάφορος
displaying minimal emotional expression or engagement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most apathetic
συγκριτικός βαθμός
more apathetic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her apathetic response to the news of the company's layoffs surprised her colleagues.
Η απαθής της απάντηση στην είδηση των απολύσεων της εταιρείας εξέπληξε τους συναδέλφους της.



























