Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to haul off
01
μεταφέρω, απομακρύνω
to take something away using a vehicle or transport method, often to remove or relocate it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
haul
ενεστώτας
haul off
γ΄ ενικό πρόσωπο
hauls off
ενεστώτα μετοχή
hauling off
απλός αόριστος
hauled off
παθητική μετοχή
hauled off
Παραδείγματα
After the event, volunteers helped haul off the equipment and supplies to storage.
Μετά την εκδήλωση, οι εθελοντές βοήθησαν να μεταφερθούν οι συσκευές και οι προμήθειες στην αποθήκη.



























