Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to haul
01
τραβώ, σέρνω
to pull something or someone along the ground, usually with difficulty
Transitive: to haul sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
haul
γ΄ ενικό πρόσωπο
hauls
ενεστώτα μετοχή
hauling
απλός αόριστος
hauled
παθητική μετοχή
hauled
Παραδείγματα
The workers hauled the large crates across the warehouse floor to the loading dock.
Οι εργάτες μετέφεραν τις μεγάλες κιβώτια στο πάτωμα της αποθήκης προς την αποβάθρα.
02
μεταφέρω, μετακινώ
to transport goods or materials in a lorry or cart
Transitive: to haul goods or materials somewhere
Παραδείγματα
The courier company was hired to haul packages from the distribution center to various locations in the city.
Η εταιρεία ταχυμεταφορών προσλήφθηκε για να μεταφέρει πακέτα από το κέντρο διανομής σε διάφορες τοποθεσίες στην πόλη.
Haul
01
σύρσιμο, μεταφορά
the action of dragging or transporting something, often with effort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hauls
Παραδείγματα
The workers completed the haul of timber up the hill.
Οι εργάτες ολοκλήρωσαν την έλξη του ξύλου προς την κορυφή του λόφου.
02
αλίευμα, συλλογή
the quantity of fish or other seafood caught at one time
Παραδείγματα
The fishermen brought in a large haul of salmon.
Οι ψαράδες έφεραν ένα μεγάλο ψάρεμα σολομού.
03
συλλογή αγορών, λάφυρο shopping
a collection of recent purchases, often shared in videos or on social media
αργκό
Παραδείγματα
I posted my haul from the mall.
Δημοσίευσα το απόκτημά μου από το εμπορικό κέντρο.



























