Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to harry
01
ενοχλώ, παρενοχλώ
to continually annoy someone
Transitive: to harry sb
Παραδείγματα
The project's tight deadline harries the team, creating stress.
Ο αυστηρός προθεσμία του έργου ενοχλεί την ομάδα, δημιουργώντας άγχος.
02
προκαλώ ταραχή, ενοχλώ συνεχώς
to repeatedly attack, harass, or disturb an enemy or their territory
Transitive: to harry an enemy territory
Παραδείγματα
The relentless bombing campaign harried the enemy's cities, disrupting their operations.
Η αμείλικτη εκστρατεία βομβαρδισμών ενοχλούσε τις εχθρικές πόλεις, διαταράσσοντας τις επιχειρήσεις τους.
Λεξικό Δέντρο
harried
harrier
harry



























