Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to harry
01
ενοχλώ, παρενοχλώ
to continually annoy someone
Transitive: to harry sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harry
γ΄ ενικό πρόσωπο
harries
ενεστώτα μετοχή
harrying
απλός αόριστος
harried
παθητική μετοχή
harried
Παραδείγματα
The persistent telemarketer continued to harry the homeowner with calls.
Ο επίμονος τηλεμάρκετερ συνέχισε να παρενοχλεί τον ιδιοκτήτη με κλήσεις.
02
προκαλώ ταραχή, ενοχλώ συνεχώς
to repeatedly attack, harass, or disturb an enemy or their territory
Transitive: to harry an enemy territory
Παραδείγματα
The army harried the enemy’s defenses for weeks, slowly wearing them down.
Ο στρατός ενοχλούσε τις άμυνες του εχθρού για εβδομάδες, εξασθενίζοντάς τις αργά.
Λεξικό Δέντρο
harried
harrier
harry



























