Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hark back
01
αναπολώ, επιστρέφω σε
to recall a past event or time
Intransitive: to hark back to a memory
Παραδείγματα
During the family reunion, they often hark back to the summers spent at the beach house.
Κατά την οικογενειακή επανένωση, συχνά αναπολούν τα καλοκαίρια που πέρασαν στο σπίτι της παραλίας.
02
επιστρέφω, γυρίζω πίσω
to go back to a place or situation
Intransitive: to hark back to an earlier stage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
hark
ενεστώτας
hark back
γ΄ ενικό πρόσωπο
harks back
ενεστώτα μετοχή
harking back
απλός αόριστος
harked back
παθητική μετοχή
harked back
Παραδείγματα
He had to hark back to the beginning of the project to fix the mistakes.
Έπρεπε να επιστρέψει στην αρχή του έργου για να διορθώσει τα λάθη.



























