Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hark back
[phrase form: hark]
01
αναπολώ, επιστρέφω σε
to recall a past event or time
Intransitive: to hark back to a memory
Παραδείγματα
Sarah often harks back to the carefree days of college when life seemed simpler.
Η Σάρα συχνά αναπολεί τις ανέμελες μέρες του κολεγίου όταν η ζωή φαινόταν πιο απλή.
02
επιστρέφω, γυρίζω πίσω
to go back to a place or situation
Intransitive: to hark back to an earlier stage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
hark
ενεστώτας
hark back
γ΄ ενικό πρόσωπο
harks back
ενεστώτα μετοχή
harking back
απλός αόριστος
harked back
παθητική μετοχή
harked back
Παραδείγματα
The coach asked the team to hark back to their successful strategy from last season.
Ο προπονητής ζήτησε από την ομάδα να επιστρέψει στη επιτυχημένη στρατηγική της περασμένης σεζόν.



























