Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anxiety
Παραδείγματα
The upcoming presentation filled her with so much anxiety that her palms were sweaty.
Η επερχόμενη παρουσίαση την γέμισε με τόσο άγχος που οι παλάμες της ήταν ιδρωμένες.
02
άγχος, διαταραχή άγχους
(psychiatry) a mental disorder of constant nervousness and worry, in which one expects something bad to happen with no valid reason
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anxieties
Παραδείγματα
Generalized anxiety disorder involves chronic worry about everyday situations.
Η γενικευμένη διαταραχή άγχους περιλαμβάνει χρόνια ανησυχία για καθημερινές καταστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overanxiety
anxiety
anx



























