Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Happiness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The birth of their first child brought immense happiness to the young couple.
Η γέννηση του πρώτου τους παιδιού έφερε αμέτρητη ευτυχία στο νεαρό ζευγάρι.
02
ευτυχία, χαρά
emotions experienced when in a state of well-being
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unhappiness
happiness
happy



























