happiness
happiness
'hæpinəs
hāpinēs

Ορισμός και σημασία του "happiness"στα αγγλικά

01

ευτυχία, χαρά

the feeling of being happy and well 
happiness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The birth of their first child brought immense happiness to the young couple. 

Η γέννηση του πρώτου τους παιδιού έφερε αμέτρητη ευτυχία στο νεαρό ζευγάρι.

02

ευτυχία, χαρά

emotions experienced when in a state of well-being 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unhappiness
happiness
happy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store