Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
haphazardly
01
ατακτικά, χωρίς σχέδιο
in a way that lacks order or planning, often appearing random
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The papers were scattered haphazardly across the desk, making it difficult to find anything.
Τα χαρτιά ήταν διασκορπισμένα ανακατωμένα πάνω στο γραφείο, κάνοντας δύσκολο το να βρεις οτιδήποτε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
haphazardly
haphazard
hap
hazard



























