haphazard
hap
hæp
χαιπ
ha
ˈhæ
χαι
zard
zɜrd
ζερρντ
/hæphˈæzəd/

Ορισμός και σημασία του "haphazard"στα αγγλικά

01

χαοτικά, χωρίς μέθοδο

in a random, disorganized, or careless way
Informal
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Construction proceeded haphazard, with no schedule in place.
Η κατασκευή προχώρησε χαοτικά, χωρίς πρόγραμμα.
01

απρόσεκτος, ανοργάνωτος

marked by great carelessness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most haphazard
συγκριτικός βαθμός
more haphazard
διαβαθμίσιμο
02

ανοργάνωτος, τυχαίος

with no particular order and planning
Παραδείγματα
The garden looked haphazard, with flowers and weeds growing wildly.
Ο κήπος φαινόταν ακατάστατος, με λουλούδια και ζιζάνια να αναπτύσσονται άγρια.

Λεξικό Δέντρο

haphazard

hap

+

hazard

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store