haphazard
haphazard
hæphæzəd
hāphāzēd
biohazardhazard

Ορισμός και σημασία του "haphazard"στα αγγλικά

01

χαοτικά, χωρίς μέθοδο

in a random, disorganized, or careless way 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The notes were scattered haphazardly across the desk. 

Οι σημειώσεις ήταν διασκορπισμένες χαοτικά πάνω στο γραφείο.

01

απρόσεκτος, ανοργάνωτος

marked by great carelessness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most haphazard
συγκριτικός βαθμός
more haphazard
διαβαθμίσιμο
02

ανοργάνωτος, τυχαίος

with no particular order and planning 
Παραδείγματα
The books on the shelf were placed in a haphazard way, making it difficult to find anything. 

Τα βιβλία στο ράφι τοποθετήθηκαν με ακατάστατο τρόπο, κάνοντας δύσκολο το να βρεις οτιδήποτε.

Λεξικό Δέντρο

haphazard

hap

+

hazard

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store