Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
haphazard
01
χαοτικά, χωρίς μέθοδο
in a random, disorganized, or careless way
Informal
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Construction proceeded haphazard, with no schedule in place.
Η κατασκευή προχώρησε χαοτικά, χωρίς πρόγραμμα.
haphazard
01
απρόσεκτος, ανοργάνωτος
marked by great carelessness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most haphazard
συγκριτικός βαθμός
more haphazard
διαβαθμίσιμο
02
ανοργάνωτος, τυχαίος
with no particular order and planning
Παραδείγματα
The garden looked haphazard, with flowers and weeds growing wildly.
Ο κήπος φαινόταν ακατάστατος, με λουλούδια και ζιζάνια να αναπτύσσονται άγρια.
Λεξικό Δέντρο
haphazard
hap
hazard



























