hangman
hang
ˈhæng
hāng
man
mæn
mān

Ορισμός και σημασία του "hangman"στα αγγλικά

01

δήμιος, εκτελεστής

a person whose job is hanging criminals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hangmen
Παραδείγματα
The hangman carried out the execution according to the court's orders. 

Ο δήμιος εκτέλεσε την εκτέλεση σύμφωνα με τις εντολές του δικαστηρίου.

02

κρεμάλα, το παιχνίδι της κρεμάλας

a word-guessing game where incorrect guesses gradually form a stick-figure, ending when the full figure is drawn 

Λεξικό Δέντρο

hangman

hang

+

man

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store