Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hanging
01
κρέμασμα, αιώρηση
the act of suspending something (hanging it from above so it moves freely)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
απαγχονισμός, εκτέλεση με απαγχονισμό
a method of execution where a person is killed by being suspended by the neck until dead
Παραδείγματα
He was sentenced to hanging.
Καταδικάστηκε σε απαγχονισμό.
03
κρεμαστό πανί, διακοσμητικό πανί
a large ornamental piece of cloth hung around and above a bed or on a wall
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hanging
hang



























