handyman
han
ˈhæn
hān
dy
di
di
man
ˌmæn
mān

Ορισμός και σημασία του "handyman"στα αγγλικά

01

τεχνίτης, άνθρωπος που τα κάνει όλα

a man who is skilled in practical jobs in or outside the house, performing them either as an occupation or hobby 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handymen
Παραδείγματα
The handyman fixed the leaky faucet and repaired the broken fence in the backyard. 

Ο τεχνίτης επισκεύασε τη βρύση που έσταζε και επισκεύασε το σπασμένο φράχτη στην πίσω αυλή.

Λεξικό Δέντρο

handyman

handy

+

man

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store