handy
han
ˈhæn
χαιν
dy
di
ντι
/ˈhændi/

Ορισμός και σημασία του "handy"στα αγγλικά

01

πρακτικός, λειτουργικός

functional and easy to use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
handiest
συγκριτικός βαθμός
handler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Having a handy reference guide saved him time when troubleshooting computer issues.
Το να έχει ένα πρακτικό εγχειρίδιο αναφοράς του έκανε να εξοικονομήσει χρόνο όταν αντιμετώπιζε προβλήματα υπολογιστή.
02

πρακτικός, προσβάσιμος

located within easy reach or readily available
Παραδείγματα
The towels were handy right by the pool.
Οι πετσέτες ήταν πρόχειρες ακριβώς δίπλα στην πισίνα.
03

επιδέξιος, ικανός

skilled at working with one's hands or fixing things
Παραδείγματα
He proved to be handy in setting up the equipment.
Αποδείχθηκε επιδέξιος στη ρύθμιση του εξοπλισμού.

Λεξικό Δέντρο

handily
handiness
handy
hand
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store