handy
han
ˈhæn
hān
dy
di
di
hardyhanky

Ορισμός και σημασία του "handy"στα αγγλικά

01

πρακτικός, λειτουργικός

functional and easy to use 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
handiest
συγκριτικός βαθμός
handler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His handy toolkit contained everything he needed for small household repairs. 

Το πρακτικό κιτ εργαλείων του περιείχε όλα όσα χρειαζόταν για μικρές οικιακές επισκευές.

02

πρακτικός, προσβάσιμος

located within easy reach or readily available 
Παραδείγματα
located within easy reach or readily available 

Πρακτικό σημαίνει βρίσκεται εντός εύκολης πρόσβασης ή εύκολα διαθέσιμο.

03

επιδέξιος, ικανός

skilled at working with one's hands or fixing things 
Παραδείγματα
He's very handy around the house. 

Είναι πολύ επιδέξιος στο σπίτι.

Λεξικό Δέντρο

handily
handiness
handy
hand
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store