handiwork
han
ˈhæn
hān
di
di
di
work
ˌwɜ:k
vēk
handwork

Ορισμός και σημασία του "handiwork"στα αγγλικά

01

χειροτεχνία, χειρονακτική εργασία

a work produced by hand labor 
handiwork definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handiworks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store