handicapped
Pronunciation
/ˈhændiˌkæpt/

Ορισμός και σημασία του "handicapped"στα αγγλικά

handicapped
01

ανάπηρος, άτομο με αναπηρία

having a physical or mental condition that limits one's movements, senses, or activities
handicapped definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most handicapped
συγκριτικός βαθμός
more handicapped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The handicapped passenger requires assistance when traveling through airports and train stations.
Ο ανάπηρος επιβάτης χρειάζεται βοήθεια όταν ταξιδεύει μέσω αεροδρομίων και σιδηροδρομικών σταθμών.
01

ανάπηροι, άτομα με σωματική αναπηρία

people collectively who are crippled or otherwise physically handicapped
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store