Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hand-pick
01
επιλέγω προσωπικά, επιλέγω με προσοχή
to personally choose someone or something with care and attention
Transitive: to hand-pick sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hand-pick
γ΄ ενικό πρόσωπο
hand-picks
ενεστώτα μετοχή
hand-picking
απλός αόριστος
hand-picked
παθητική μετοχή
hand-picked
Παραδείγματα
The boutique owner carefully hand-picked the fashion items to ensure a curated and unique collection.
Ο ιδιοκτήτης του μπουτίκ επιλέγει προσεκτικά με το χέρι τα μοντέλα μόδας για να διασφαλίσει μια επιμελημένη και μοναδική συλλογή.



























