Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hand-raise
01
μεγαλώνω με το χέρι, ταΐζω με το χέρι
(of a person) to feed and care for a baby animal from birth instead of letting its mother do it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hand-raise
γ΄ ενικό πρόσωπο
hand-raises
ενεστώτα μετοχή
hand-raising
απλός αόριστος
hand-raised
παθητική μετοχή
hand-raised
Παραδείγματα
They are hand-raising the cubs to help them survive.
Τρέφουν με το χέρι τα μικρά για να τα βοηθήσουν να επιβιώσουν.



























