to hand-raise
Pronunciation
/hˈændɹˈeɪz/

Ορισμός και σημασία του "hand-raise"στα αγγλικά

to hand-raise
01

μεγαλώνω με το χέρι, ταΐζω με το χέρι

(of a person) to feed and care for a baby animal from birth instead of letting its mother do it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hand-raise
γ΄ ενικό πρόσωπο
hand-raises
ενεστώτα μετοχή
hand-raising
απλός αόριστος
hand-raised
παθητική μετοχή
hand-raised
Παραδείγματα
He was hand-raising a fawn that was left alone.
Ανατρόφευε με το χέρι ένα ελάφι που είχε μείνει μόνο του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store