hamstring
ham
ˈhæm
hām
string
strɪng
string
hammering
hamstrung

Ορισμός και σημασία του "hamstring"στα αγγλικά

01

ισχιοκνήμιος, τένοντας ισχιοκνήμιου

(anatomy) one of the five tendons at the back of someone's knee 
hamstring definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hamstrings
to hamstring
01

παρεμποδίζω κόβοντας τον τένοντα του γόνατος, ακινητοποιώ κόβοντας τους μύες του πίσω μέρους του μηρού

cripple by cutting the hamstring 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hamstring
γ΄ ενικό πρόσωπο
hamstrings
ενεστώτα μετοχή
hamstringing
απλός αόριστος
hamstrung
παθητική μετοχή
hamstrung
02

παραλύω, ουδετεροποιώ

make ineffective or powerless 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store