Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hamper
01
εμποδίζω, δυσκολεύω
to prevent something from moving or progressing
Transitive: to hamper a process or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hamper
γ΄ ενικό πρόσωπο
hampers
ενεστώτα μετοχή
hampering
απλός αόριστος
hampered
παθητική μετοχή
hampered
Παραδείγματα
The heavy rain hampered our plans for a picnic.
Η καταρρακτώδης βροχή εμπόδισε τα σχέδιά μας για πικνίκ.
Hamper
01
καλάθι για ρούχα, μεγάλο καλάθι
a large basket with a lid, typically used for laundry, storage, or transport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hampers
02
δέσμια, χειροπέδες
a restraint that confines or restricts freedom (especially something used to tie down or restrain a prisoner)



























