Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hammered
01
σφυρηλατημένος, σφυρηλατημένος
shaped or worked with a hammer and often showing hammer marks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hammered
συγκριτικός βαθμός
more hammered
διαβαθμίσιμο
02
μεθυσμένος, μπουρμενού
having consumed excessive alcohol to the point of extreme intoxication
slang
Παραδείγματα
She was hammered and could barely stand when the cab arrived.
Ήταν μεθυσμένη κατάκαρδα και μπορούσε μόλις να σταθεί όταν έφτασε το ταξί.
Λεξικό Δέντρο
hammered
hammer



























