hammered
Pronunciation
/ˈhæmɝd/

Ορισμός και σημασία του "hammered"στα αγγλικά

01

σφυρηλατημένος, σφυρηλατημένος

shaped or worked with a hammer and often showing hammer marks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hammered
συγκριτικός βαθμός
more hammered
διαβαθμίσιμο
02

μεθυσμένος, μπουρμενού

having consumed excessive alcohol to the point of extreme intoxication
slang
Παραδείγματα
She was hammered and could barely stand when the cab arrived.
Ήταν μεθυσμένη κατάκαρδα και μπορούσε μόλις να σταθεί όταν έφτασε το ταξί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store