hairline
hair
ˈhɛə
χεα
line
laɪn
λαιν
handlinehardline

Ορισμός και σημασία του "hairline"στα αγγλικά

01

γραμμή των μαλλιών, άκρη των μαλλιών

the edge of the forehead where the hair begins to grow 
hairline definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hairlines
02

πολύ λεπτή γραμμή, λεπτή γραμμή

a very thin line 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hairline

hair

+

line

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store