Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
habitable
01
κατοικήσιμος
suitable to live in and support life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most habitable
συγκριτικός βαθμός
more habitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After the hurricane, large parts of the island were no longer habitable due to flooding and structural damage.
Μετά τον τυφώνα, μεγάλα μέρη του νησιού δεν ήταν πλέον κατοικήσιμα λόγω πλημμύρας και δομικών ζημιών.
Λεξικό Δέντρο
habitability
habitableness
inhabitable
habitable
habit



























