Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to habilitate
01
ντύνω, ενδύω
provide with clothes or put clothes on
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
habilitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
habilitates
ενεστώτα μετοχή
habilitating
απλός αόριστος
habilitated
παθητική μετοχή
habilitated
02
πιστοποιώ για διδασκαλία
qualify for teaching at a university in Europe
Λεξικό Δέντρο
rehabilitate
habilitate



























