to habilitate
ha
χα
bi
ˈbɪ
μπι
li
λι
tate
teɪt
τειτ

Ορισμός και σημασία του "habilitate"στα αγγλικά

to habilitate
01

ντύνω, ενδύω

provide with clothes or put clothes on 
to habilitate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
habilitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
habilitates
ενεστώτα μετοχή
habilitating
απλός αόριστος
habilitated
παθητική μετοχή
habilitated
02

πιστοποιώ για διδασκαλία

qualify for teaching at a university in Europe 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rehabilitate
habilitate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store