gyroscope
gy
ʤaɪ
jai
ro
rəʊ
rew
scope
skəʊp
skewp

Ορισμός και σημασία του "gyroscope"στα αγγλικά

01

γυροσκόπιο, γυροσκοπική συσκευή

a device that maintains its orientation regardless of movement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gyroscopes
Παραδείγματα
As the drone soared through the air, the gyroscope adjusted its pitch and roll, ensuring steady flight and smooth aerial footage. 

Καθώς το drone αιωρούνταν στον αέρα, ο γυροσκόπος ρύθμιζε την κλίση και την κύλισή του, εξασφαλίζοντας σταθερή πτήση και ομαλή αεροφωτογραφία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gyroscopic
gyroscope
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store