Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gums
Παραδείγματα
Gum inflammation can cause discomfort and sensitivity.
Η φλεγμονή των ούλων μπορεί να προκαλέσει δυσφορία και ευαισθησία.
02
τσίχλα, μαστίχα
a soft and sweet thing that a person chews for fun, fresh breath, or relaxation
03
κόμμι, κόλλα
cement consisting of a sticky substance that is used as an adhesive
04
κόμμι, ρητίνη
a substance extracted from plants that is typically sticky and viscous in nature
Παραδείγματα
Gum helps hold the ingredients together in homemade granola bars.
Η κόμμι βοηθά στη συγκράτηση των συστατικών στα σπιτικά μπαρ granola.
05
δέντρο κόμμι, ευκάλυπτος
any of various trees of the genera Eucalyptus or Liquidambar or Nyssa that are sources of gum
06
ξύλο από γκόμενα δέντρα, ξύλο από γλυκό γκόμενα δέντρα
wood or lumber from any of various gum trees especially the sweet gum
to gum
01
εκκρίνω κόμμι, σχηματίζω κόμμι
exude or form gum
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gum
γ΄ ενικό πρόσωπο
gums
ενεστώτα μετοχή
gumming
απλός αόριστος
gummed
παθητική μετοχή
gummed
02
κολλάω, γίνομαι κολλώδης
become sticky
03
μασώ χωρίς δόντια, μασώ με δυσκολία
grind with the gums; chew without teeth and with great difficulty
04
κολλώ με κόμμι, επικαλύπτω με κόμμι
cover, fill, fix or smear with or as if with gum
Λεξικό Δέντρο
gummy
gum



























