Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gull
01
εξαπατώ, κοροϊδεύω
to trick someone, often by taking advantage of their trust or naivety
Transitive: to gull sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gull
γ΄ ενικό πρόσωπο
gulls
ενεστώτα μετοχή
gulling
απλός αόριστος
gulled
παθητική μετοχή
gulled
Παραδείγματα
The pickpocket gullied tourists by distracting them while stealing their wallets in crowded areas.
Ο πορτοφολάς εξαπάτησε τουρίστες αποσπώντας την προσοχή τους ενώ έκλεβε τα πορτοφόλια τους σε γεμάτες περιοχές.
Gull
01
γλάρος, θαλασσοπούλι
a long-winged seabird with webbed food and a white plumage that is grayish black on the wings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gulls
02
αφελής, εύπιστος άνθρωπος
a person who is gullible and easy to take advantage of



























