gull
gull
gəl
γκαλ
/ɡˈʌl/

Ορισμός και σημασία του "gull"στα αγγλικά

to gull
01

εξαπατώ, κοροϊδεύω

to trick someone, often by taking advantage of their trust or naivety
Transitive: to gull sb
to gull definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gull
γ΄ ενικό πρόσωπο
gulls
ενεστώτα μετοχή
gulling
απλός αόριστος
gulled
παθητική μετοχή
gulled
Παραδείγματα
The pickpocket gullied tourists by distracting them while stealing their wallets in crowded areas.
Ο πορτοφολάς εξαπάτησε τουρίστες αποσπώντας την προσοχή τους ενώ έκλεβε τα πορτοφόλια τους σε γεμάτες περιοχές.
01

γλάρος, θαλασσοπούλι

a long-winged seabird with webbed food and a white plumage that is grayish black on the wings
gull definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gulls
02

αφελής, εύπιστος άνθρωπος

a person who is gullible and easy to take advantage of
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store