to gull
gull
gʌl
gal
lullmullhullnull

Ορισμός και σημασία του "gull"στα αγγλικά

to gull
01

εξαπατώ, κοροϊδεύω

to trick someone, often by taking advantage of their trust or naivety 
Transitive: to gull sb
to gull definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gull
γ΄ ενικό πρόσωπο
gulls
ενεστώτα μετοχή
gulling
απλός αόριστος
gulled
παθητική μετοχή
gulled
Παραδείγματα
The scammer gullied the elderly couple into giving them their life savings by posing as a charity worker. 

Ο απατεώνας εξαπάτησε το ηλικιωμένο ζευγάρι περνώντας τον εαυτό του για εργαζόμενο σε φιλανθρωπικό ίδρυμα, πείθοντάς τους να του δώσουν τις οικονομίες της ζωής τους.

01

γλάρος, θαλασσοπούλι

a long-winged seabird with webbed food and a white plumage that is grayish black on the wings 
gull definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gulls
02

αφελής, εύπιστος άνθρωπος

a person who is gullible and easy to take advantage of 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store