Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grumose
01
σβωλωμένος, πηγμένος
transformed from a liquid into a soft semisolid or solid mass
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grumose
συγκριτικός βαθμός
more grumose
διαβαθμίσιμο



























