Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gruffly
01
αγενώς, απότομα
in a rough, harsh, or abrupt manner, often indicating blunt or unfriendly speech or behavior
Παραδείγματα
The old man gruffly ordered the children to stay off his lawn.
Ο γέρος απότομα διέταξε τα παιδιά να μείνουν μακριά από το γκαζόν του.



























