gruff
gruff
grʌf
graf
stuffsnuffscuffrebuff

Ορισμός και σημασία του "gruff"στα αγγλικά

01

τραχύς, αγενής

characterized by a rough and deep tone, often sounding harsh 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gruffest
συγκριτικός βαθμός
gruffer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old sailor's gruff voice carried across the deck as he shouted orders to the crew. 

Η βραχνή φωνή του γέροντα ναυτικού ακουγόταν σε όλη την καταστρωμα ενώ φώναζε εντολές στο πλήρωμα.

02

αγενής, απότομος

brusque and surly and forbidding 

Λεξικό Δέντρο

gruffly
gruffness
gruff
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store