Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grow up
01
μεγαλώνω, γίνομαι ενήλικας
to change from being a child into an adult little by little
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
grow
ενεστώτας
grow up
γ΄ ενικό πρόσωπο
grows up
ενεστώτα μετοχή
growing up
απλός αόριστος
grew up
παθητική μετοχή
grown up
Παραδείγματα
Many children dream of what they want to be when they grow up.
Πολλά παιδιά ονειρεύονται τι θέλουν να γίνουν όταν μεγαλώσουν.
02
αναπτύσσομαι, μεγαλώνω
to increase or develop over time, usually referring to something abstract like an idea or concept
Intransitive
Παραδείγματα
The idea for the new technology grew up over several years of research.
Η ιδέα για τη νέα τεχνολογία αναπτύχθηκε σε διάστημα πολλών ετών έρευνας.
03
μεγαλώνω, ωριμάζω
to develop a more mature and responsible way of behaving and thinking
Intransitive
Παραδείγματα
Experiencing parenthood forced them to grow up and prioritize their child's well-being over their own desires.
Η εμπειρία της γονικής μέριμνας τους ανάγκασε να ωριμάσουν και να δώσουν προτεραιότητα στην ευημερία του παιδιού τους αντί για τις δικές τους επιθυμίες.
grow up
01
Ωρίμασε!, Μεγαλώστε!
used to express exasperation or disapproval towards someone who is behaving immaturely or irresponsibly
Παραδείγματα
I can't believe you're still arguing about this trivial issue. Grow up!
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι συζητάτε ακόμα για αυτό το ασήμαντο θέμα. Μεγαλώστε !



























