grouch
Pronunciation
/ˈɡɹaʊtʃ/

Ορισμός και σημασία του "grouch"στα αγγλικά

01

γκρινιάρης, μεμψίμοιρος

a person who is habitually bad-tempered or complaining
grouch definition and meaning
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grouches
Παραδείγματα
Even the happiest events ca n't cheer up a grouch.
Ακόμη και τα πιο ευτυχισμένα γεγονότα δεν μπορούν να ευχαριστήσουν έναν γκρινιάρη.
to grouch
01

γκρινιάζω, μεμψιμοιρώ

to express unhappiness in an irritable manner
Intransitive: to grouch about sth
to grouch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grouch
γ΄ ενικό πρόσωπο
grouches
ενεστώτα μετοχή
grouching
απλός αόριστος
grouched
παθητική μετοχή
grouched
Παραδείγματα
Whenever there 's a delay in public transportation, passengers tend to grouch about the inconvenience.
Όποτε υπάρχει καθυστέρηση στα μέσα μαζικής μεταφοράς, οι επιβάτες τείνουν να γκρινιάζουν για την ταλαιπωρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store