Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grouch
01
γκρινιάρης, μεμψίμοιρος
a person who is habitually bad-tempered or complaining
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grouches
Παραδείγματα
Even the happiest events ca n't cheer up a grouch.
Ακόμη και τα πιο ευτυχισμένα γεγονότα δεν μπορούν να ευχαριστήσουν έναν γκρινιάρη.
to grouch
01
γκρινιάζω, μεμψιμοιρώ
to express unhappiness in an irritable manner
Intransitive: to grouch about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grouch
γ΄ ενικό πρόσωπο
grouches
ενεστώτα μετοχή
grouching
απλός αόριστος
grouched
παθητική μετοχή
grouched
Παραδείγματα
Whenever there 's a delay in public transportation, passengers tend to grouch about the inconvenience.
Όποτε υπάρχει καθυστέρηση στα μέσα μαζικής μεταφοράς, οι επιβάτες τείνουν να γκρινιάζουν για την ταλαιπωρία.
Λεξικό Δέντρο
grouchy
grouch



























