grouch
grouch
graʊʧ
grawch
avouchslouchcrouchpouch

Ορισμός και σημασία του "grouch"στα αγγλικά

01

γκρινιάρης, μεμψίμοιρος

a person who is habitually bad-tempered or complaining 
grouch definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grouches
Παραδείγματα
He's always a grouch in the mornings before his coffee. 

Είναι πάντα ένας γκρινιάρης τα πρωινά πριν από τον καφέ του.

to grouch
01

γκρινιάζω, μεμψιμοιρώ

to express unhappiness in an irritable manner 
Intransitive: to grouch about sth
to grouch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grouch
γ΄ ενικό πρόσωπο
grouches
ενεστώτα μετοχή
grouching
απλός αόριστος
grouched
παθητική μετοχή
grouched
Παραδείγματα
Despite the beautiful weather, John continued to grouch about having to work on a Saturday. 

Παρά τον όμορφο καιρό, ο John συνέχισε να γκρινιάζει που έπρεπε να δουλέψει το Σάββατο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store