Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grizzly
01
γκριζάρης, ασπρομάλλης
having gray or graying hair, often associated with an aged or rugged appearance
Παραδείγματα
The grizzly warrior stood tall, his silver-streaked hair adding to his fierce demeanor.
Ο γκριζομάλλης πολεμιστής στεκόταν ψηλά, τα ασημένια μαλλιά του προσθέτοντας στη μοχθηρή του εμφάνιση.
Λεξικό Δέντρο
grizzly
grizzle



























