grizzly
grizz
ˈgrɪz
griz
ly
li
li
frizzlydrizzlyrisleygrisly

Ορισμός και σημασία του "grizzly"στα αγγλικά

01

γκριζάρης, ασπρομάλλης

having gray or graying hair, often associated with an aged or rugged appearance 
grizzly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
grizzliest
συγκριτικός βαθμός
grizzlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The grizzly old man sat by the fire, his face weathered by time and experience. 

Ο ασπρομάλλης γέρος κάθισε δίπλα στη φωτιά, το πρόσωπό του σημαδεμένο από το χρόνο και την εμπειρία.

Λεξικό Δέντρο

grizzly
grizzle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store