Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grizzly
01
γκριζάρης, ασπρομάλλης
having gray or graying hair, often associated with an aged or rugged appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
grizzliest
συγκριτικός βαθμός
grizzlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The grizzly old man sat by the fire, his face weathered by time and experience.
Ο ασπρομάλλης γέρος κάθισε δίπλα στη φωτιά, το πρόσωπό του σημαδεμένο από το χρόνο και την εμπειρία.
Λεξικό Δέντρο
grizzly
grizzle



























