grit
grit
grɪt
γκριτ
/ɡɹˈɪt/

Ορισμός και σημασία του "grit"στα αγγλικά

01

θάρρος, επιμονή

courage, toughness, and perseverance over time in the face of challenges
Idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I admire her grit in handling difficult client negotiations.
Θαυμάζω την επιμονή της στη διαχείριση δύσκολων διαπραγματεύσεων με πελάτες.
02

ψαμμίτης, χοντρόκοκκος πυριτικού ψαμμίτη

a hard coarse-grained siliceous sandstone
to grit
01

σφίγγω, συμπιέζω

clench together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grit
γ΄ ενικό πρόσωπο
grits
ενεστώτα μετοχή
gritting
απλός αόριστος
gritted
παθητική μετοχή
gritted
02

ρίχνω άμμο, ρίχνω χαλίκι

to scatter small, rough particles like sand or salt on a road to make it less slippery and melt ice
Παραδείγματα
The city plans to grit the roads after the freezing rain.
Η πόλη σχεδιάζει να πασπάλισει τους δρόμους μετά την παγωμένη βροχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store