grit
grit
grɪt
grit
griotgrist

Ορισμός και σημασία του "grit"στα αγγλικά

01

θάρρος, επιμονή

courage, toughness, and perseverance over time in the face of challenges 
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She showed real grit during the demanding project. 

Έδειξε πραγματικό θάρρος κατά τη διάρκεια του απαιτητικού έργου.

02

ψαμμίτης, χοντρόκοκκος πυριτικού ψαμμίτη

a hard coarse-grained siliceous sandstone 
to grit
01

σφίγγω, συμπιέζω

clench together 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grit
γ΄ ενικό πρόσωπο
grits
ενεστώτα μετοχή
gritting
απλός αόριστος
gritted
παθητική μετοχή
gritted
02

ρίχνω άμμο, ρίχνω χαλίκι

to scatter small, rough particles like sand or salt on a road to make it less slippery and melt ice 
Παραδείγματα
The workers gritted the roads before the snowstorm. 

Οι εργάτες πέταξαν άμμο στους δρόμους πριν από τη χιονοθύελλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store