Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grison
01
γρίσον
a small mammal native to Central and South America, closely related to weasels and known for its long body, short legs, and distinctive black and white facial markings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grisons



























