Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grippe
01
γρίπη
an acute febrile highly contagious viral disease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grippes



























