grippe
grippe
grɪp
γκριπ
gripe

Ορισμός και σημασία του "grippe"στα αγγλικά

01

γρίπη

an acute febrile highly contagious viral disease 
grippe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grippes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store