to gripe
gripe
graɪp
graip
gropegrapegrimegrippe

Ορισμός και σημασία του "gripe"στα αγγλικά

to gripe
01

παραπονιέμαι, γκρινιάζω

to complain or express dissatisfaction about something 
Intransitive: to gripe | to gripe about sth
to gripe definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gripe
γ΄ ενικό πρόσωπο
gripes
ενεστώτα μετοχή
griping
απλός αόριστος
griped
παθητική μετοχή
griped
Παραδείγματα
He always gripes about the weather. 

Πάντα παραπονιέται για τον καιρό.

01

παράπονο, διαμαρτυρία

informal terms for objecting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gripes

Λεξικό Δέντρο

griping
gripe
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store