Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grisaille
01
γκριζάιγ
a painting technique using shades of gray or neutral color to depict a monochromatic scene that imitates a sculpture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grisailles



























