antipathy
an
æn
ān
ti
ˈtɪ
ti
pa
thy
θi
thi

Ορισμός και σημασία του "antipathy"στα αγγλικά

01

αντιπάθεια, απέχθεια

a strong feeling of hatred, opposition, or hostility 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
antipathies
Παραδείγματα
She felt a deep antipathy toward the new policy. 

Ένιωθε μια βαθιά αντιπάθεια για τη νέα πολιτική.

02

αντιπάθεια, απέχθεια

a person, thing, or situation that is the focus of strong dislike or aversion and is deliberately avoided 
Παραδείγματα
For many students, early morning classes are a true antipathy. 

Για πολλούς φοιτητές, τα μαθήματα νωρίς το πρωί είναι μια πραγματική αντιπάθεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store