griping
Pronunciation
/ˈɡɹaɪpɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "griping"στα αγγλικά

01

οξύς πόνος, κράμπα στην κοιλιά

a sharp or intense pain in the stomach area, often because of digestive issues or menstruation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gripings
Παραδείγματα
Dietary changes may alleviate griping and bloating.
Οι διατροφικές αλλαγές μπορεί να ανακουφίσουν τους πόνους και τον φούσκωμα.

Λεξικό Δέντρο

griping
gripe
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store