Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grime
01
λεκιάζω, βρωμίζω
to dirty something with a layer of dirt, grease, or filth
Transitive: to grime sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grime
γ΄ ενικό πρόσωπο
grimes
ενεστώτα μετοχή
griming
απλός αόριστος
grimed
παθητική μετοχή
grimed
Παραδείγματα
The fireplace grimed the walls with blackened ash and soot.
Το τζάκι μόλυνε τους τοίχους με μαυρισμένη στάχτη και αιθάλη.
Grime
01
βρωμιά, ακαθαρσία
the state of being covered with unclean things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
ένα είδος χορευτικής μουσικής με στοιχεία από UK garage, hip-hop
a type of dance music with elements of UK garage, hip-hop, drum and bass and other styles, first developed in London in the 2000s



























