to grin
grin
grɪn
grin
graingroin

Ορισμός και σημασία του "grin"στα αγγλικά

to grin
01

χαμογελώ από αφτί σε αφτί, εμφανίζω ένα πλατύ χαμόγελο

to smile widely in a way that displays the teeth 
Intransitive
to grin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grin
γ΄ ενικό πρόσωπο
grins
ενεστώτα μετοχή
grinning
απλός αόριστος
grinned
παθητική μετοχή
grinned
Παραδείγματα
He couldn't contain his excitement and began to grin from ear to ear. 

Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του και άρχισε να χαμογελά από αφτί σε αφτί.

01

πλατύ χαμόγελο, μεγάλο χαμόγελο

a broad smile that reveals the teeth 
grin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grins
Παραδείγματα
He greeted us with a wide grin on his face. 

Μας χαιρέτησε με ένα ευρύ χαμόγελο στο πρόσωπό του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store