Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grimace
01
γκριμάτσα, στραβίζω το πρόσωπο
to twist our face in an ugly way because of pain, strong dislike, etc., or when trying to be funny
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grimace
γ΄ ενικό πρόσωπο
grimaces
ενεστώτα μετοχή
grimacing
απλός αόριστος
grimaced
παθητική μετοχή
grimaced
Παραδείγματα
As the comedian told the joke, the audience grimaced in a mixture of amusement and discomfort.
Καθώς ο κωμικός έλεγε το αστείο, το κοινό κατάπιε σε ένα μείγμα διασκέδασης και δυσφορίας.
Grimace
01
γκριμάτσα, στραβισμός
a twisted facial expression indicating pain, disgust or disapproval
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grimaces
Παραδείγματα
He tried to suppress his grimace of disapproval when he heard the inappropriate comment.
Προσπάθησε να καταπιεί τη γκριμάτσα της αποδοκιμασίας του όταν άκουσε τον ακατάλληλο σχόλιο.



























