Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grimace
01
γκριμάτσα, στραβίζω το πρόσωπο
to twist our face in an ugly way because of pain, strong dislike, etc., or when trying to be funny
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grimace
γ΄ ενικό πρόσωπο
grimaces
ενεστώτα μετοχή
grimacing
απλός αόριστος
grimaced
παθητική μετοχή
grimaced
Παραδείγματα
The student could n't hide his disgust and grimaced when he saw the grade on his test.
Ο μαθητής δεν μπόρεσε να κρύψει την αηδία του και κατάπιε όταν είδε τον βαθμό στο τεστ του.
Grimace
01
γκριμάτσα, στραβισμός
a twisted facial expression indicating pain, disgust or disapproval
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grimaces
Παραδείγματα
Upon seeing the offensive graffiti, a look of grimace crossed his face.
Βλέποντας το προσβλητικό γκράφιτι, μια έκφραση grima διαπέρασε το πρόσωπό του.



























