green-eyed
green
gri:n
grin
eyed
aɪd
aid
grenade

Ορισμός και σημασία του "green-eyed"στα αγγλικά

green-eyed
01

με πράσινα μάτια από ζήλεια, ζηλιάρης

having feelings of envy, especially regarding someone else's success, possessions, or relationships 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most green-eyed
συγκριτικός βαθμός
more green-eyed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had a green-eyed expression as her friend bragged about her new relationship. 

Είχε μια ζηλιάρα έκφραση καθώς η φίλη της καυχιόταν για τη νέα της σχέση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store