greenery
gree
ˈgri
γκρι
ne
νερ
ry
ri
ρι
/ɡɹˈiːnəɹi/

Ορισμός και σημασία του "greenery"στα αγγλικά

01

πρασινάδα, πράσινο φύλλωμα

green foliage
greenery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store