Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Great-uncle
01
προπάππους, θείος του παππού
the man who is an uncle to either of one's parents
Παραδείγματα
He learned how to fish from his great-uncle.
Έμαθε να ψαρεύει από τον προπάππου του.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προπάππους, θείος του παππού