Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gravel
01
ενοχλώ, ερεθίζω
cause annoyance in; disturb, especially by minor irritations
02
μπερδεύω, μυστηριάζω
be a mystery or bewildering to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gravel
γ΄ ενικό πρόσωπο
gravels
ενεστώτα μετοχή
gravelling
απλός αόριστος
gravelled
παθητική μετοχή
gravelled
03
καλύπτω με χαλίκι, στρώνω χαλίκι
cover with gravel
Gravel
01
χαλίκι, κοκκάλι
a mix of sand and small pebbles that cover the surface of some roads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gravels
LanGeek



























