Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gratuitously
01
αδικαιολόγητα, χωρίς λόγο
without any valid cause, justification, or necessity
Παραδείγματα
The report gratuitously exaggerated minor flaws to create a sense of crisis.
Η αναφορά αδικαιολόγητα υπερέβαλε μικρά ελαττώματα για να δημιουργήσει μια αίσθηση κρίσης.
Παραδείγματα
The repair was done gratuitously as part of a goodwill initiative.
Η επισκευή έγινε δωρεάν ως μέρος μιας πρωτοβουλίας καλής θέλησης.
Λεξικό Δέντρο
gratuitously
gratuitous



























